Η  Κωνσταντίνα Γογγάκη για την κακή χρήση της ελληνικής γλώσσας και την αντιμετώπιση του φαινομένου

Η Κωνσταντίνα Γογγάκη για την κακή χρήση της ελληνικής γλώσσας και την αντιμετώπιση του φαινομένου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η ενότητα του Συνεδρίου, με θέμα την Ελληνική Γλώσσα, αναλύθηκε το Σάββατο 4 Οκτωβρίου, με συντονιστή τον Α΄Αντιπρόεδρο του ΠΣΑΤ, Μάνο Σταραμόπουλο.

Η Κωνσταντίνα Γογγάκη, Αν. Καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Αθλητισμού της Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού του ΕΚΠΑ μίλησε για το θέμα: «Η κακή χρήση της ελληνικής γλώσσας και η αντιμετώπιση του φαινομένου». Συγκεκριμένα ανέφερε:

  1. Η αγνόηση της σωστής χρήσης της γλώσσας

Η ελληνική γλώσσα όπως και η κινέζικη είναι οι μοναδικές ομιλούμενες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Δεν είναι οι μόνες γλώσσες του πολιτισμού που χρησιμοποιούνταν επί αιώνες, όπως τα Σουμερικά, τα Αιγυπτιακά, τα Εβραϊκά ή τα Αραβικά, κ.ά., αλλά κρίνοντας από την επίδραση που άσκησαν στις ευρωπαϊκές γλώσσες τα ελληνικά, παρατηρείται ότι το αλφάβητό τους, το λεξιλόγιο, το συντακτικό, τα λογοτεχνικά τους είδη, είναι παρόντα σε όλες τις γλώσσες.

Οι ομηρικές λέξεις αν και έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, έχουν διασωθεί ως σήμερα, είτε ατόφιες, όπως άνδρας, άθλος, αθλητής, άριστος, σώμα, έριδα, αρετή, κ.ά., είτε μέσω των παραγώγων τους. Για παράδειγμα, λέμε «νερό» αντί για «ὕδωρ» λόγω μετωνυμίας, αλλά η ελληνική γλώσσα βρίθει από τις παράγωγες λέξεις του ύδατος: υδραγωγείο, αφυδάτωση, υδροφόρος, υδρόβιος, υδρόγειος, υδατάνθρακες, υδραυλικός, υδάτινος, υδρογόνο, υδρατμός, ενυδρείο, κλεψύδρα, υδατοσφαίριση, κ.ά. Όλες αυτές γράφονται, επομένως, με «ύψιλον», και με κανέναν άλλο τρόπο.

Κατά την διαχρονική πορεία της η ελληνική γλώσσα υπέστη διάφορα πλήγματα, κυρίως λόγω των προχείρων μεταρρυθμίσεων που ίσως εξέφρασαν την στιγμή, αλλά δεν απέδωσαν το αναμενόμενα αποτελέσματα. Είναι σαφές ότι ούτε με τη γλωσσική μεταρρύθμιση τού ’74 λύθηκαν τα ουσιαστικά προβλήματα μιας ποιοτικής γνώσης τής ελληνικής γλώσσας, ούτε με την μεταρρύθμιση του ’82. Ούτε, επίσης, και με τον σημερινό δήθεν «εκσυγχρονισμό» της γλώσσας έχει βελτιωθεί η γλωσσική επικοινωνία. Είναι κρίμα, ωστόσο, να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο τρόπο στο σχολείο, ώστε να γίνεται αντιπαθητικό κάτι τόσο όμορφο και συναρπαστικό, που εκτός των άλλων λειτουργεί και ως ετυμολογικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας.

Είναι γεγονός ότι η γνώση, η χρήση και η αξιοποίηση της γλώσσας δεν είναι ό,τι θα έπρεπε να είναι, αλλά υπάρχουν ουσιώδη προβλήματα. Λόγου χάρη στην ελληνική γλώσσα κατ’ ουσίαν δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς από την «ακριβολογία» της γλώσσας προκύπτουν λέξεις με λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Μόνο η ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα ελληνικά ως «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές».

Ωστόσο, πολλοί αγνοούν το στοιχείο της «κυριολεξίας» που χαρακτηρίζει την ελληνική γλώσσα, και γενικεύουν. Για παράδειγμα, τα ρήματα «άγω» και «φέρω» έχουν μεν την ίδια έννοια, το πρώτο όμως χρησιμοποιείται για τα έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα. Άλλο παράδειγμα, η λέξη «παντρεμένος», η οποία έχει άλλο νόημα από την λέξη «νυμφευμένος». Το «παντρεμένος» προέρχεται από το ρήμα «υπανδρεύομαι» που σημαίνει «τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός», ενώ ο άνδρας «νυμφεύεται», δηλαδή παίρνει νύφη. Συνεπώς, είναι λανθασμένη η φράση «ο τάδε παντρεύτηκε». Η ίδια η ελληνική γλώσσα μέσω της ετυμολογίας της διδάσκει τη σωστή γραφή. Η λέξη «συγκεκριμένος», λόγου χάριν, από κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει κριθεί) και όχι από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί).

Εκτός από τις αστοχίες του εκπαιδευτικού συστήματος, οι αδυναμίες στη χρήση τής γλώσσας θα πρέπει ν’ αναζητηθούν και σε άλλους παράγοντες, όπως ο γλωσσικός δανεισμός ξενόφερτων λέξεων με άκριτο τρόπο ή η γραφή του ελληνικού λόγου με τη χρήση αγγλικών γραμμάτων (τα Greeklish). Επίσης, η τηλεόραση, συχνά λειτουργεί ασκώντας ολέθρια επίδραση στην γλώσσα και στον ίδιο τον χαρακτήρα των ανθρώπων. Εξάλλου, ο νέος των social media, αλλά και καθένας μας, έχει μεν το όφελος της αυξημένης πρόσβασης σε πληροφορίες, ωστόσο οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης παρουσιάζουν κινδύνους (όπως, η διάδοση παραπληροφόρησης, η ρητορική μίσους κι ο διαδικτυακός εκφοβισμός, οι πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική ευεξία, κ.ά.), μεταξύ των οποίων είναι και η εξοικείωση με την κάκιστη χρήση της γλώσσας, είτε με το ανορθόγραφο και ασύντακτο κείμενο, είτε με το προσβλητικό, το υβριστικό και το μη ευπρεπές.

Στον χώρο της δημοσιογραφίας ειδικότερα, δεν αναγνωρίζει κανείς εύκολα τον εύστοχο και καταρτισμένο δημοσιογράφο, ο οποίος διαθέτει στη γραπτή και προφορική γλωσσική του έκφραση μια σωστή δομή. Και ακόμη ειδικότερα, στην αθλητική δημοσιογραφία, διαπιστώνεται συχνά το φαινόμενο ένα κείμενο να είναι κακοδιατυπωμένο, υπέρμετρα ενθουσιώδες ή «βερμπαλιστικό». Πολλοί είναι εκείνοι που δεν έχουν παραδειγματιστεί από την ζεστή αποδοχή του κόσμου και την δημοφιλία ορισμένων αθλητικών συντακτών οι οποίοι έδωσαν λελογισμένα δείγματα γραφής, και ξεχώρισαν. Στο σημείο αυτό μου έρχεται αυθόρμητα στο νου ο Πέτρος Λινάρδος, η κριτική του οποίου για τα δύο βιβλία μου ήταν τόσο στοχαστική, που τα στόλισε σαν να ήταν έργα τέχνης.

Υπήρξαν και υπάρχουν τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις στην αθλητική δημοσιογραφία. Άλλοι, όμως, δείχνουν να αγνοούν τη δύναμη που θα προσέδιδε στον προφορικό ή γραπτό τους λόγο η σωστή χρήση αυτής της πλούσιας γλώσσας. Η αξιοποίηση, ωστόσο, της γλώσσας, συνιστά ένα πνευματικό όπλο, καθώς με αυτό μπορεί κανείς να συντάξει ένα κείμενο γλωσσικά καλύτερο, ­πιο δηλωτικό, πιο επικοινωνιακό, και πιο συγκροτημένο­ από εκείνο που θα συνέτασσε ο ίδιος πριν από μερικά χρόνια.

  1. Η κατάκτηση τής γλώσσας ως έργο ζωής

Η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό. Η λέξη κρύβει εικόνες, αισθήσεις, συγκίνηση. Και συχνά η λέξη κρύβει ένα βαθύτερο νόημα, περιγράφοντας ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τρόπο που δίνει τροφή για σκέψη. Παράδειγμα, η λέξη «ωραίος» είναι παράφραση της λέξης «ὣρα», που σήμαινε τον ευνοϊκό χρόνο, την καιρικότητα. Για να είναι δηλαδή κάτι ωραίο πρέπει να συμπέσει με την κατάλληλη στιγμή του. Ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο είναι ένα ωραίο φρούτο. Ούτε στα 80 αλλά ούτε και στα 10 της είναι ωραία μια γυναίκα. Ακόμη και το καλύτερο φαγητό την ώρα που είναι κανείς χορτάτος δεν είναι ωραίο, επειδή τότε δεν μπορεί να το απολαύσει.

Εξάλλου, ο «άσχημος», είναι λέξη από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό “ἀσχήμων” που προέρχεται από την αντίθεση του στερητικού “α-” και της λέξης “σχήμα“. Ο άσχημος, επομένως, έχει “χωρίς σχήμα” μορφή, είναι μη όμορφος. Μια, ακόμη, ελληνική λέξη, η «ελευθερία», σημαίνει «παρά το ελεύθειν όπου ερά». Βάσει, δηλαδή, της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είναι κανείς όταν έχει την δυνατότητα να πάει όπου αγαπάει. Όλα αυτά καθιστούν προφανή τη σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, «Γλώσσα» είναι κυρίως η δυνατότητα να συνθέσει κανείς ένα κείμενο, με πληρότητα νοημάτων, με νοηματική και γλωσσική αλληλουχία και με επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα. Δεν είναι, συνεπώς, ζήτημα ορισμένων, μόνο, λέξεων ή κανόνων ορθογραφίας. Η σύνταξη κειμένων είναι μια δύσκολη, απαιτητική, λεπτή διανοητική ικανότητα, κατ’ εξοχήν δημιουργική. Είναι, όμως, σπουδαίο να μπορεί κανείς να γίνει κατανοητός από τον ακροατή ή τον αναγνώστη του και να επιτύχει τον σκοπό για τον οποίο συνέθεσε το κείμενό του.

Ο όρος «κακοποίηση τής γλώσσας» σημαίνει, επομένως, αδυναμίες, ελλείψεις και κενά στην απόκτηση αυτής τής πολύ σύνθετης ικανότητας. Δεν είναι, κατά συνέπεια, ζήτημα ορισμένων, μόνο, λέξεων, γραμματικών τύπων ή κανόνων ορθογραφίας, αλλιώς η κατάκτηση τής γλώσσας θα ήταν μια απλή υπόθεση, γεγονός που δεν ισχύει.

Για το ξεπέρασμα τού φαινομένου τής κακοποίησης τής γλώσσας απαιτείται ένας συνδυασμός παραγόντων, όπως: – Κατάλληλη γλωσσική εκπαίδευση με βασικό στόχο τη σύνταξη και κατανόηση απαιτητικών κειμένων. – Συνεχή γλωσσική καλλιέργεια, και επαφή με πρότυπα ποιοτικής αξιοποίησης τής γλώσσας, και, το κυριότερο, – επίμονη και επίπονη άσκηση.

Η κατάκτηση τής γλώσσας δεν συνιστά, ως εκ τούτου, μια προσπάθεια που τελειώνει μαζί με την εκπαίδευση. Αντίθετα, αποτελεί «έργο ζωής», το οποίο αρχίζει με τις πρώτες λέξεις και συνεχίζεται συστηματικά καθ’ όλη τη διάρκεια τής ζωής τού ανθρώπου. Κανείς, επομένως, δεν μπορεί να υποστηρίξει πως κατέχει σε τέλειο βαθμό τη γλώσσα. Συνιστά μάλλον «μία διά βίου μαθητεία στη γλώσσα», την οποία οφείλουμε στην μητροδίδακτη γλώσσα μας, την ιστορία και την παράδοσή μας.

  • Το 12ο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο του ΠΣΑΤ διοργανώνεται σε συνεργασία με τον Δήμο Αρχαίας Ολυμπίας και την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας και τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού. Την προσπάθεια αυτή του ΠΣΑΤ στηρίζουν οι Μεγάλοι  χορηγοί του «Stoiximan» και «Volton»,  καθώς και  η εταιρεία «Λουξ».  Χορηγοί επικοινωνίας είναι η «ΕΡΤ», το «ΑΠΕ-ΜΠΕ», το «Πρακτορείο FM 104.9» και η «netway».

Περισσότερα άρθρα