1ο Συνέδριο Ερασιτεχνικού Αθλητισμού ΠΣΑΤ στη Θεσσαλονίκη *  Η εισήγηση του Προέδρου του ΠΣΑΤ, Βαγγέλη Ιωάννου,  σχετικά με το 1ο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων

1ο Συνέδριο Ερασιτεχνικού Αθλητισμού ΠΣΑΤ στη Θεσσαλονίκη * Η εισήγηση του Προέδρου του ΠΣΑΤ, Βαγγέλη Ιωάννου, σχετικά με το 1ο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Χαιρετίζουμε την πρωτοβουλία της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης για την εκπόνηση του πρώτου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων, καθώς και την επιλογή ενός πολυκεντρικού κύκλου διαβουλεύσεων, με παρουσία τόσο στην Αθήνα όσο και στην περιφέρεια. Η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική είναι ορθή, διότι αναγνωρίζει ότι οι πιέσεις, οι απειλές και η επαγγελματική επισφάλεια δεν κατανέμονται ομοιόμορφα, αλλά επιβαρύνουν ιδιαίτερα τους δημοσιογράφους της περιφέρειας, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τις γυναίκες, τα τοπικά και μειονοτικά μέσα. Στο πλαίσιο αυτό, επιβεβαιώνουμε τη βούλησή μας να συμμετάσχουμε τόσο στην κεντρική ημερίδα όσο και σε περιφερειακά εργαστήρια, να καταθέσουμε εγγράφως προτεραιότητες, να συμβάλουμε στην ανάδειξη κατάλληλων εκπροσώπων από ευάλωτες ή υποεκπροσωπούμενες ομάδες του κλάδου και να εξετάσουμε ενεργά τη δυνατότητα εισήγησης ή συνδιοργάνωσης επιμέρους εργαστηρίων. Η κατεύθυνση που θέτει η ΓΓΕΕ, δηλαδή ένα σχέδιο που δεν θα αποτελεί απλή τυπική συμμόρφωση αλλά εργαλείο πραγματικής αλλαγής με μετρήσιμα αποτελέσματα, είναι απολύτως σωστή και πρέπει να διατηρηθεί ως βασική αρχή του τελικού σχεδιασμού.

Οι προτάσεις του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου κινούνται σε πολύ σωστή βάση, διότι οργανώνουν το σχέδιο γύρω από σαφείς πυλώνες, χαρτογράφηση του πεδίου, διεθνές benchmarking, εκπαιδευτικές δράσεις, θεσμικές παρεμβάσεις, ετήσιο συνέδριο, χρονοδιάγραμμα δώδεκα μηνών και βασικούς δείκτες αποτίμησης. Αντίστοιχα, η εισήγηση του Παντείου προσθέτει κρίσιμη επιχειρησιακή αξία, κυρίως μέσω της πρότασης για ανοιχτό διεθνές εκπαιδευτικό πρόγραμμα, εξειδικευμένο σεμινάριο κυβερνοασφάλειας, εγχειρίδια για συμπεριληπτικό λόγο, ρητορική μίσους και υβριδικές απειλές, καθώς και δράσεις ψυχικής υγείας και ερευνητικής χρηματοδότησης. Οι δύο αυτές συμβολές δεν πρέπει να ιδωθούν ως παράλληλες ή ανταγωνιστικές, αλλά ως συμπληρωματικές. Η πρόταση του ΑΠΘ προσφέρει το συνολικό σχήμα διακυβέρνησης και παρακολούθησης, ενώ η πρόταση του Παντείου προσφέρει εξειδικευμένα εργαλεία υλοποίησης. Συνεπώς, η ορθότερη επιλογή είναι να ενσωματωθούν σε ένα ενιαίο Action Plan, με σαφή καταμερισμό ρόλων, ώστε να αποφευχθεί ο κατακερματισμός και να διασφαλιστεί συνέργεια ανάμεσα στην έρευνα, την εκπαίδευση, την πρόληψη και τη θεσμική παρέμβαση.

Από θεσμική άποψη, το Εθνικό Σχέδιο Δράσης χρειάζεται να ευθυγραμμιστεί με τα βασικά ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Ελευθερία των Μέσων προβλέπει εγγυήσεις έναντι παρεμβάσεων, ενισχυμένη προστασία των δημοσιογραφικών πηγών και των εμπιστευτικών επικοινωνιών, καθώς και μεγαλύτερη διαφάνεια στην κρατική διαφήμιση και στη λειτουργία της αγοράς των μέσων. Παράλληλα, η Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2021 για την προστασία, ασφάλεια και ενδυνάμωση των δημοσιογράφων επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να αναπτύσσουν ολοκληρωμένη πολιτική που να καλύπτει δίωξη των εγκλημάτων, συνεργασία με τις αρχές επιβολής του νόμου, μηχανισμούς ταχείας απόκρισης, κατάρτιση, πρόσβαση στην πληροφορία, οικονομική και κοινωνική προστασία, ψηφιακή ασφάλεια, αλλά και ειδική μέριμνα για γυναίκες δημοσιογράφους και δημοσιογράφους που ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες. Το Συμβούλιο της Ευρώπης, από την πλευρά του, έχει ήδη διαμορφώσει ένα ώριμο πρότυπο βασισμένο στους άξονες πρόληψης, προστασίας, δίωξης, ενημέρωσης, εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό σχέδιο δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από μηδενική βάση, αλλά να μεταφράσει ήδη ώριμα πρότυπα σε εφαρμόσιμες εθνικές ρυθμίσεις.

Η πρώτη ουσιαστική προσθήκη που προτείνουμε είναι η δημιουργία μόνιμου εθνικού μηχανισμού άμεσης αναφοράς και απόκρισης. Δεν αρκούν οι εκδηλώσεις και οι εκπαιδεύσεις, αν ο δημοσιογράφος που απειλείται δεν γνωρίζει πού να απευθυνθεί και τι θα συμβεί μέσα στις πρώτες ώρες. Χρειάζεται μία τηλεφωνική γραμμή εικοσιτετράωρης λειτουργίας, μία ασφαλής ψηφιακή πλατφόρμα αναφοράς περιστατικών και ένα σαφές πρωτόκολλο ενεργοποίησης αρμόδιων επαφών σε αστυνομία, εισαγγελία, ΓΓΕΕ και συνεργαζόμενους φορείς. Το Συμβούλιο της Ευρώπης αναφέρει ρητά ότι τα κράτη πρέπει να στηρίζουν μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης και ταχείας απόκρισης, όπως hotlines, online πλατφόρμες και εικοσιτετράωρα σημεία επαφής, με ουσιαστική εποπτεία της κοινωνίας των πολιτών και εγγυήσεις εμπιστευτικότητας. Η ίδια κατεύθυνση είναι ρεαλιστική και για την Ελλάδα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η ίδια πηγή επισημαίνει έλλειμμα εμπιστοσύνης των δημοσιογράφων στους υπάρχοντες μηχανισμούς αναφοράς.

Η δεύτερη προσθήκη αφορά τη συστηματική τεκμηρίωση και αξιολόγηση. Η πρόταση του ΑΠΘ ορθά ξεκινά με χαρτογράφηση, αλλά η χαρτογράφηση πρέπει να μετατραπεί σε μόνιμο Παρατηρητήριο Ασφάλειας Δημοσιογράφων. Η UNESCO, μέσω των Journalists’ Safety Indicators, έχει ήδη διαμορφώσει ένα προσαρμόσιμο πλαίσιο που επιτρέπει την αποτύπωση του κατά πόσον οι δημοσιογράφοι μπορούν να εργάζονται με ασφάλεια, αν υπάρχει επαρκής παρακολούθηση των εγκλημάτων εις βάρος τους και ποιες δράσεις αναλαμβάνουν τα διαφορετικά εμπλεκόμενα μέρη. Επιπλέον, το εργαλείο αυτό μπορεί να χρησιμοποιείται διαχρονικά για να μετρώνται μεταβολές και πρόοδος. Συνεπώς, προτείνουμε η πρώτη εξαμηνιαία φάση του σχεδίου να καταλήξει σε baseline report και από εκεί και πέρα να εκδίδεται ετήσιος δημόσιος απολογισμός με δείκτες ανά φύλο, γεωγραφική περιφέρεια, εργασιακή σχέση, τύπο απειλής και έκβαση της υπόθεσης.

Τρίτον, χρειάζεται στοχευμένη προστασία για τις ομάδες υψηλού κινδύνου. Η υφιστάμενη τεκμηρίωση δείχνει ότι οι γυναίκες δημοσιογράφοι υφίστανται δυσανάλογη και συχνά συντονισμένη διαδικτυακή βία. Η UNESCO καταγράφει ότι το 73% των γυναικών δημοσιογράφων που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα δήλωσαν πως έχουν βιώσει online βία κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Άρα, δεν αρκεί μία γενική αναφορά στη «συμπερίληψη». Χρειάζονται ειδικά πρωτόκολλα για αντιμετώπιση ψηφιακής παρενόχλησης, γρήγορη νομική υποστήριξη, συμβουλευτική ψυχικής υγείας, ασφαλείς διαδικασίες τεκμηρίωσης επιθέσεων και εξειδικευμένη κατάρτιση για γυναίκες δημοσιογράφους, freelancers, τοπικά μέσα και δημοσιογράφους που καλύπτουν θέματα ισότητας, μεταναστευτικού ή μειονοτήτων. Σε αυτό το πεδίο, η πρόταση του Παντείου για δράσεις ψυχικής υγείας είναι ιδιαιτέρως σημαντική και πρέπει να αναβαθμιστεί από απλό σεμινάριο σε σταθερό δίκτυο παραπομπής και στήριξης.

Τέταρτον, το σχέδιο πρέπει να περιλάβει ρητό σκέλος αντιμετώπισης καταχρηστικών αγωγών φίμωσης. Η UNESCO καταγράφει ήδη ότι στην Ελλάδα λειτουργεί Task Force με ειδική υποομάδα για νομική παρενόχληση και καταχρηστικές αγωγές, άρα υπάρχει θεσμική βάση που μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο η σχετική σύσταση του 2022 όσο και η Οδηγία 2024/1069 κινούνται προς την κατεύθυνση αυξημένων εγγυήσεων για όσους συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο, ενώ η σύσταση ζητεί από τα κράτη να περιλάβουν προστασίες και για τις εσωτερικές υποθέσεις, καθώς και να οργανώσουν συστηματική συλλογή δεδομένων. Ρεαλιστικά, η Ελλάδα θα μπορούσε να θεσπίσει άμεσα μητρώο καταγραφής τέτοιων υποθέσεων, πρώτη δωρεάν νομική συμβουλευτική για δημοσιογράφους, κατάρτιση δικαστικών λειτουργών και ταμείο υποστήριξης στρατηγικών υποθέσεων δημοσίου ενδιαφέροντος.

Τέλος, θεωρούμε ότι το σχέδιο πρέπει να αξιοποιήσει τις υφιστάμενες ελληνικές δομές χωρίς να δημιουργήσει τρίτο, παράλληλο μηχανισμό. Η UNESCO ήδη καταγράφει για την Ελλάδα δύο εθνικούς μηχανισμούς, το International Training Centre for the Safety of Journalists and Media Professionals και την ίδια την Task Force. Επομένως, η ενδεδειγμένη λύση είναι σαφής κατανομή ρόλων. Το Κέντρο να λειτουργεί ως επιχειρησιακός και εκπαιδευτικός βραχίονας, με προγράμματα για ασφάλεια πεδίου, δεδομένα, τραύμα, διαχείριση στρες και ψηφιακή ασφάλεια. Η Task Force να λειτουργεί ως στρατηγικός κόμβος πολιτικής, συντονισμού, εποπτείας και διαβούλευσης. Η ΓΓΕΕ να έχει την πολιτική ευθύνη και τη θεσμική λογοδοσία. Τα πανεπιστήμια να υποστηρίζουν με έρευνα, αξιολόγηση και εκπαιδευτικό υλικό. Οι ενώσεις δημοσιογράφων και η κοινωνία των πολιτών να έχουν ουσιαστικό ρόλο ελέγχου, αναφοράς και διάχυσης. Με αυτόν τον τρόπο, το Εθνικό Σχέδιο Δράσης δεν θα μείνει σε επίπεδο διακηρύξεων, αλλά θα αποκτήσει μόνιμη δομή, σαφή εργαλεία, μετρήσιμους δείκτες και πραγματική δυνατότητα προστασίας, πρόληψης και θεσμικής ανταπόκρισης.

 

Περισσότερα άρθρα