Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αθλητικού Τύπου (ΠΣΑΤ) παρουσιάζει, μία μία, τις ομιλίες των εισηγητών στο «5ο Διεθνές Σχολείο Αθλητικών Συντακτών» που διοργάνωσε το διάστημα 11-14 Οκτωβρίου 2018, στις εγκαταστάσεις της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας στην Αρχαία Ολυμπία. Μετά την εισήγηση της Επίκουρης Καθηγήτριας Τμήματος Οργάνωσης και Διαχείρισης Αθλητισμού του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Γιώτας Αντωνοπούλου, η δεύτερη εισήγηση που παρουσιάζει ο ΠΣΑΤ προέρχεται από τον πρόεδρο του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), Γιώργο Πλειό, με θέμα: «Το νέο επικοινωνιακό τοπίο και η εμπειρία του αθλητισμού».
Στην εισαγωγή του, ο Γιώργος Πλειός, εξήγησε: «Η μελέτη του αθλητισμού στις επικοινωνιακές σπουδές δεν είναι διαδεδομένη. Δεν είναι αναπτυγμένη, όπως είναι η μελέτη της πολιτικής επικοινωνίας ή της οικονομίας ή των διεθνών σχέσεων, Αυτό έχει να κάνει με μια σειρά παράγοντες. Κατ’ αρχάς έχει να κάνει με το ποιος ελέγχει τα Μέσα και το ποιος τα χρηματοδοτεί. Ξέρουμε πολύ καλά, τόσο από την ευρωπαϊκή όσο από την αμερικανική εμπειρία ότι η χρηματοδότηση της έρευνας εξαρτάται είτε από το κράτος, το οποίο προφανώς ενδιαφέρεται κυρίως για τη μελέτη της πολιτικής επικοινωνίας, είτε χρηματοδοτείται από ιδιωτικούς οργανισμούς που ενδιαφέρονται κυρίως για τις πολιτικές καμπάνιες ή για τη διαφήμιση και τα συναφή περιεχόμενα στα Μέσα Επικοινωνίας. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν έχουμε συνειδητοποιήσει, επειδή οι έχοντες εξουσία θεωρούν πως είναι πανίσχυροι, ότι στις σύγχρονες κοινωνίες, τα Μέσα Επικοινωνίας, έχουν μία τρομακτική δύναμη να κατασκευάζουν τον κόσμο στον οποίο ζουν ή ακόμη και τις τύχες μας ή τους επόμενους σταθμούς στη διαδρομή της ζωής μας. Είναι πολύ ισχυρά τα Μέσα! Αναφέρομαι στα “mainstream” Μέσα, αυτό που λέμε κύρια τάση. Το λέμε, αλλά δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Και ίσως, γι’ αυτό, επειδή δηλαδή ο αθλητισμός προβάλει κυρίως με τη δύναμη των επιτευγμάτων, του θεάματος, του σκορ, θεωρείται αυτονόητο ότι η μελέτη του στο κοινωνικό περιβάλλον των ΜΜΕ είναι ίσως λιγότερο σημαντική.
Θα επικεντρωθώ στην εμπειρία. Η εμπειρία συμπυκνώνει όλα τα ερεθίσματα σε μία ροή (το οπτικό, το ακουστικό, αυτά που ξέρουμε, ο τρόπος που το προσλαμβάνουμε, οι σκέψεις που κάνουμε). Η εμπειρία είναι αυτή που σφραγίζει την αλληλεπίδρασή μας με τον εξωτερικό κόσμο. Αν κάποιος είδε στην τηλεόραση έναν αθλητικό αγώνα ή διάβασε για αυτόν, σίγουρα φαντάστηκε ότι ήταν εκεί, φαντάστηκε ότι το βίωσε, φαντάστηκε ότι είχε αυτή την αίσθηση της εμπειρίας. Η εμπειρία του αθλητισμού μπορεί να είναι είτε «μη διαμεσολαβημένη», όταν ο ίδιος είναι αθλητής, ως επαγγελματίας ή ως ερασιτέχνης), είτε «διαμεσολαβημένη» όταν είσαι θεατής. Οι δύο αυτές εμπειρίες διαφέρουν πάρα πολύ! Το να πρωταγωνιστείς σε ένα αθλητικό γεγονός, από το να το παρακολουθείς στην κερκίδα είναι πάρα πολύ διαφορετικό. Η εμπειρία μπορεί να είναι «διαμεσολαβημένη από απόσταση», μέσω των ΜΜΕ. Την πρώτη εμπειρία δεν την έχουμε όλοι. Τη δεύτερη, όμως αυτή του θεατή την έχουμε οι περισσότεροι. Όπως τονίζουν οι περισσότεροι ερευνητές στο πεδίο αυτό, το μεγαλύτερο μέρος της εμπειρίας που έχουν οι άνθρωποι σήμερα από τον αθλητισμό έρχεται ακριβώς από την απόσταση-παρατήρηση, από την απόσταση-συμμετοχή, η οποία μπορεί να είναι από ένα απλό κανάλι, μέσω είτε μιας κάμερας live streaming που δεν κάνει κοντινά πλάνα, είτε από μια κάμερα που αντιθέτως ο σκηνοθέτης παίζει ενεργό ρόλο στη ροή με κοντινά πλάνα. Αυτά τα δύο είναι πολύ διαφορετικά. Είναι πολύ διαφορετικά τα αμοντάριστα πλάνα από τα μονταρισμένα. Γιατί αυτό που αντιλαμβάνεται ο θεατής είναι προϊόν αυτής της σύνθεσης. Πολλές φορές δηλαδή αυτό που κάποιος αντιλαμβάνεται στην οθόνη, μπορεί να διαφέρει πάρα πολύ από αυτό το οποίο συμβαίνει στο χώρο του αθλητικού γεγονότος. Οι ίδιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μεταξύ του αθλητισμού και των Μέσων Επικοινωνίας υπάρχει μία συμβιωτική σχέση. Αν ο αθλητισμός στο σύνολό του είναι όπως είναι αυτό οφείλεται στα ΜΜΕ. Αν έβγαινα τα Μέσα Επικοινωνίας από τη μέση, η πραγματικότητα του αθλητισμού δεν θα ήταν αυτή που είναι σήμερα. Δεν θα ήταν βέβαια αυτή που είναι σήμερα και η πραγματικότητα των Μέσων Επικοινωνίας, αν έβγαινε από τη μέση ο αθλητισμός. Σκεφτείτε αν έβγαινε ο αθλητισμός από τη μέση πόσα κανάλια θα έδειχναν απλώς «χιόνι», θα έκλειναν. Σκεφτείτε πόσο θα συρρικνωνόταν το πρόγραμμα των τηλεοπτικών σταθμών ή οι σελίδες των εφημερίδων. Σκεφτείτε πόσοι δημοσιογράφοι θα έμεναν χωρίς δουλειά. Κάποιες φορές τα Μέσα συνειδητοποιούν τη σημασία αυτής της συμβιωτικής σχέσης. Για παράδειγμα όταν ασκείται κριτική στη δημόσια τηλεόραση της Ελλάδας “Μα κοιτάξτε πόσα έσοδα είχαμε από το Μουντιάλ ή από τη Super League ή από άλλες αθλητικές διοργανώσεις”. Κακά τα ψέματα, η συμβιωτική αυτή σχέση έχει έναν σκηνοθέτη. Και ο σκηνοθέτης αυτός λέγεται διαφήμιση. Δεν είναι και τόσο αυθόρμητη και αυθεντική αυτή η αθλητική σχέση. Είναι ένας «γάμος από συμφέρον» όπως λέμε. Παρά ταύτα, όμως είναι η βάση αυτής της αθλητικής και της μιντιακής πραγματικότητας. Τα Μέσα λοιπόν είναι σημαντικά σε αυτό που λέγεται «κοινωνική κατασκευή» του αθλητισμού κι ας μην ξεχνάμε ότι τα Νέα Μέσα αυξάνουν σημαντικά την αλληλεπίδραση του κοινού με το αθλητικό γεγονός που βλέπει στην οθόνη του υπολογιστή του ή ακόμη και μεταξύ του κοινού. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Πεκίνου (2008) ήταν οι πρώτοι που γνώρισαν τόσο μεγάλη προβολή μέσα από διαδικτυακές πλατφόρμες».
Εν συνεχεία ο Γιώργος Πλειός επικεντρώθηκε στο σύγχρονο επικοινωνιακό τοπίο: «Θα έλεγα πως αυτό που χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι η πληθώρα των Μέσων. Οι παλαιότεροι θα θυμάστε πόσο λίγες εφημερίδες υπήρχαν πριν από το 1980 και πως αυτές πολλαπλασιάστηκαν μετά τη δεκαετία του ΄80. Δεν θα αναφερθώ στις εκατομμύρια ιστοσελίδες ή τους λογαριασμούς του FB που επίσης ως ένα βαθμό γεμίζουν με αθλητικά περιεχόμενα, βίντεο συζητήσεις, με εξάψεις ή χωρίς εξάψεις, υπάρχουν σήμερα. Ζούμε την εποχή της εξειδίκευσης! Σε μία επίσκεψή μου στην Τουρκία, είδα ένα κανάλι που επί 24 ώρες το εικοσιτετράωρο έδειχνε ιππασία! Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, είχα γνωρίσει έναν άνθρωπο που αγόραζε εφημερίδα και το πρώτο που έκανε ήταν να λύνει το “Σκάκι”. Μετά άφηνε στην άκρη την εφημερίδα και κάποια στιγμή, μετά από πολλές ώρες μπορεί και να τη διάβαζε. Αυτό εννοώ εξειδίκευση. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε όλο και περισσότερα αθλήματα που οπτικοποιούνται. Αυτή η έκρηξη στην εξειδίκευση οδηγεί και στην ανάδειξη αθλημάτων τα οποία ήταν άγνωστα. Δεν θα εκπλαγώ ακόμη και στην επινόηση αθλημάτων για να μπορέσουν να γεμίσουν αυτό το πρόγραμμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ειδήσεις γενικά. Τα τηλεοπτικά δελτία, βρέξει χιονίσει, κάτι θα μεταδώσουν. Δεν υπάρχει περίπτωση να πουν σήμερα δεν θα μεταδώσουμε ειδήσεις γιατί δεν έγινε τίποτα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αθλητικές μεταδόσεις. Θα πρέπει να βρεθεί και ένα αντίστοιχο αθλητικό γεγονός και αν δεν υπάρχει θα επινοηθεί μία συζήτηση σχετικά με τον αθλητισμό. Απόρροια του ίδιου γεγονότος είναι η μίξη του παγκόσμιου και του τοπικού στον αθλητισμό. Και σε επίπεδο κάλυψης και σε επίπεδο σχολιασμού. Και το βλέπουμε αυτό στις πλατφόρμες όπου περίπου στο ίδιο επίπεδο μεταδίδονται αγώνες στο εσωτερικό της χώρας με αγώνες από το πρωτάθλημα άλλων χωρών, καθώς επίσης και διεθνείς διοργανώσεις. Ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει από την τηλεόραση (μεγαλύτεροι ηλικιακά) και τα Νέα Μέσα (νεαρό κοινό) μία ανάμιξη του αθλητικού περιεχομένου που παρακολουθεί με άλλα περιεχόμενα (διαφήμιση, έκτακτο γεγονός). Η κάλυψη των αθλητικών γεγονότων επηρεάζεται από όλη αυτή την εντροπία (μέτρο αβεβαιότητας που διακατέχει ένα σύστημα), από αυτή την αιφνίδια αλλαγή, το απρόβλεπτο. Τόσο τα αθλητικά γεγονότα πρέπει να είναι απρόβλεπτα, όσο και η κάλυψή τους. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βαρετό από την στερεοτυπική μετάδοση ενός αγώνα, όπου ξέρεις ποια θα είναι η επόμενη ατάκα του σχολιαστή. Τα Μέσα Επικοινωνίας δίνουν τη δυνατότητα μεγαλύτερης προβολής πριν τη διοργάνωση, κατά τη διάρκεια, αλλά κυρίως μετά. Με τα Νέα Μέσα δημιουργείται ένας μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των πηγών του αθλητικού σήματος οδηγεί κατ’ ανάγκην στην εμπορευματοποίηση, πολλές φορές και με αθέμιτους τρόπους. Μέσα από την εμπορευματοποίηση έρχεται η πολιτικοποίηση του αθλητισμού από τα Μέσα Επικοινωνίας χωρίς αυτό να συνοδεύεται από την αντίστοιχη συζήτηση για την αθλητική πολιτική σε μία χώρα ή σε μία υπερεθνική Ένωση, όπως είναι η Ηνωμένη Ευρώπη. Συζητάμε όλο και λιγότερο για την αθλητική πολιτική μιας χώρας, μιας περιφέρειας ή την αθλητική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο σύγχρονο επικοινωνιακό τοπίο επίσης κάτι που είναι σίγουρο είναι ο εκδημοκρατισμός των φωνών. Κάποτε είχαμε ελάχιστους, μετρημένους στα δάχτυλα, πολύ μεγάλους αθλητικούς δημοσιογράφους και σχολιαστές. Σήμερα, αυτό έχει αλλάξει. Εχουμε περισσότερες και διαφορετικές φωνές. Ένα από τα αποτελέσματα είναι και η εμφάνιση πολλών Μέσων, που είτε επικεντρώνονται σε ένα άθλημα, είτε όχι, είτε υποστηρίζουν μία ομάδα είτε όχι (οπαδοποίηση του Τύπου). Αυτό δεν πάντα καλό, αλλά δεν είναι και πάντα κακό. Μεγαλύτερη δραματοποίηση είναι επίσης κάτι που συμβαίνει σήμερα στην κάλυψη των αθλητικών διοργανώσεων από τα Μέσα. Το αθλητικό γεγονός από μόνο του είναι βέβαια δραματοποιημένο. Έχει αυτό που λέμε “φάσεις”. Είναι και από τα στοιχεία που το καθιστούν ισχυρό θέαμα εξάλλου.
Ένα άλλο φαινόμενο το οποίο παρατηρείται είναι πως έχουμε μια μεγαλύτερη αποσπασματικότητα, επικέντρωση δηλαδή σε μεμονομένα γεγονότα (συγκεκριμένη φάση). Χάνεται η συνολική εικόνα της κατάστασης και της πορείας του αθλητισμού και της αθλητικής πολιτικής. Δεν εννοώ απαραίτητα την αθλητική πολιτική που ακολουθεί ένα κράτος ή μία περιφέρεια, αλλά εννοώ και την αθλητική πολιτική που ακολουθεί ένα πολιτικό κόμμα. Πολλές φορές συζητάμε για την οικονομική πολιτική των κομμάτων στις προεκλογικές περιόδους ή για την πολιτική των κομμάτων στον τομέα της παιδείας. Πολύ λιγότερο συζητάμε για την αθλητική τους πολιτική, κάτι το οποίο απασχολεί ένα εξίσου σημαντικό μέρος της καθημερινότητάς τους, είτε αθλούνται, είτε είναι απλοί φίλαθλοι. Τα ΝέΑ Μέσα, επειδή η παρέμβαση της σκηνοθεσίας γίνεται όλο και πιο έντονη έχουμε μία επικέντρωση στον θεατή, σε αυτό που συμβαίνει στην εξέδρα, ή εξω από το στάδιο ή το γήπεδο κι ακριβώς επειδή η βία είναι από τα αγαπημένα θεάματα, έχουμε μία επιτηδευμένη θα έλεγα και όχι αυθόρμητη επικέντρωση στη βία. Θέλω να πω ότι η άποψη πως στον αθλητισμό κυριαρχεί η βία είναι και προϊόν κοινωνικής κατασκευής. Δεν είναι κάτι το οποίο είναι μια πραγματικότητα. Αυτό μου θυμίζει τα πανεπιστήμια… Αν διαβάσετε πολλές δημοσιογραφικές περιγραφές, θα νομίζουν πολλοί που δεν έχουν μπει στα ελληνικά πανεπιστήμια και δεν ξέρουν πως το μόνο που γίνεται είναι φοιτητές να δέρνονται μεταξύ τους με ρόπαλα, να επιτίθενται στους καθηγητές τους, να τους “χτίζουν” σε τοίχους, να καίνε κτλ. Ε δεν είναι αυτή η πραγματικότητα στα πανεπιστήμια. Είμαι 27 χρόνια στα πανεπιστήμια, σας πληροφορώ πως δεν είναι αυτή η πραγματικότητα στα πανεπιστήμια. Ε δεν είναι αυτή η κατάσταση στον αθλητισμό. Γίνονται εκατοντάδες αθλητικές διοργανώσεις κάθε μέρα, παρακολουθούν χιλιάδες και εκατομμύρια άνθρωποι εκ του σύνεγγυς αυτές τις αθλητικές διοργανώσεις, ε δεν είναι αυτή η πραγματικότητα στον ελληνικό αθλητισμό. Μπορεί να συμβεί μία στις τόσες φορές, ωστόσο τα Μέσα θα επικεντρώσουν εκεί και αυτό θα επισημάνουν και θα αναδείξουν ως καθημερινό πρόβλημα στον αθλητισμό. Καταλαβαίνετε ότι η απομάκρυνση του κόσμου από τα γήπεδα δεν οφείλεται στο φαινόμενο της βίας, το οποίο είναι υπαρκτό και οργανωμένο, όμως δεν οφείλεται πρωτογενώς στην ίδια τη βία, αλλά στον τρόπο η οποία αυτή παρουσιάζεται από τα ίδια τα Μέσα.
Κάτι που άλλο που έχει αλλάξει με τα Νέα Μέσα στο σύγχρονο επικοινωνιακό τοπίο είναι πως έχουμε λιγότερο πραγματικό άθλημα και περισσότερη συζήτηση/σχολιασμό στα Μέσα. Και δεν κατηγορώ τα παλαιά Μέσα και τους επαγγελματίες δημοσιογράφους που ξέρουν τη δουλειά τους. Αναφέρομαι στις επιδιώξεις πολλών από αυτούς που είναι αρχισυντάκτες ή διευθυντές ή και ιδιοκτήτες και αναφέρομαι και στην πρακτική που χρησιμοποιούν οι χρήστες στα ΜΜΕ. Έχει αυξηθεί το σχολιαστικό περιεχόμενο εις βάρος του αθλητικού περιεχομένου, αλλά θα μιλήσω εκτενέστερα εν συνεχεία. Επιπλέον παρατηρούμε μία διεύρυνση της αθλητικής δημοσιογραφίας και σχολιογραφίας και έχει αυξηθεί το ειδικό βάρος των σχολιαστικών περιεχομένων εις βάρος των αθλητικών μεταδόσεων. Αυτή είναι μία αλλαγή που πρέπει να την προσέξουμε. Είναι εύκολο να συζητάς στα Social Media από το να γίνεται ένας αγώνας και να τον καλύπτεις.».
Ο Γιώργος Πλειός ανέλυσε εν συνεχεία την πολυμεσική δημοσιογραφία. «Ο δημοσιογράφος θα πρέπει σήμερα να χρησιμοποιήσει το κινητό του ως κάμερα, βίντεο, θα πρέπει την ίδια στιγμή να συντάξει το κείμενο, να κάνει το μοντάζ του βίντεο, όλα αυτά να τα πακετάρει σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα για να τα στείλει στο Μέσο που εργάζεται, στην Ελλάδα ή από το εξωτερικό αν βρίσκεται σε αποστολή και την ίδια στιγμή θα πρέπει να φροντίσει να κάνει διαφήμιση της ομάδας αναρτώντας στα Social Media το άρθρο που έγραψε με το ειδικό link και ειδικά στο Twitter. Μιλάμε για έναν 24ωρο “πόλεμο” για το click και την είδηση.
Και στον τομέα αυτό μία πληγή που ματώνει όλο και πιο βαθιά είναι αυτή των “fake news”, είτε αφορά πρόσωπα αθλητών είτε αφορά αθλητικές διοργανώσεις, είτε επιμέρους γεγονότα. Κυρίαρχο ρόλο στην έξαρσή του αρνητικού φαινομένου των “Fake News” παίζουν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, τα οποία όπως έχει διαπιστωθεί πολλαπλασιάζουν την αθλητική πληροφόρηση των χρηστών και επίσης πολλαπλασιάζουν και το κοινό της αθλητικής πληροφόρησης. Αθλητικές ειδήσεις δεν διαβάζουν πλέον δηλαδή μόνο οι παραδοσιακοί αναγνώστες, αλλά και άλλοι που δεν είναι καν φίλαθλοι. Κάποιος στο timeline του στα Social Media “βομβαρδίζεται” από θέματα κάθε κατηγορίας. Στα ΜΚΔ διαπιστώνεται ανταλλαγή και συγκρούσεις απόψεων. Σήμερα, λοιπόν αναγνώστες αθλητικού περιεχομένου έχουν γίνει πάρα πολλοί που χθες δεν ήταν! Τα Νέα Μέσα έχουν προσθέσει κοινό λοιπόν, κάτι που ναι μεν αποτελεί πλεονέκτημα, αλλά ελλοχεύουν κίνδυνοι, αν δεν ξέρει ένα Μέσο να χειριστεί το περιεχόμενό του…
Τα ΜΚΔ αποκτούν λοιπόν έναν διευρυμένο ρόλο στην αθλητική πληροφόρηση. Είναι ένας σύμμαχος από μία άποψη. Επίσης, τα Νέα Μέσα πολλαπλασιάζουν την αλληλεπίδραση των χρηστών για τα αθλητικά γεγονότα. Καταθέτει ο καθένας την άποψή του, αμφισβητώντας την άποψη του άλλου προάγοντας το διάλογο μεταξύ των χρηστών. Ταυτόχρονα, όμως επιτείνουν τη σύγχυση μεταξύ αθλητικών και εξωαθλητικών θεμάτων (πολιτική, οικονομία, επιστήμη κτλ.). Επιπλέον, τα ΜΚΔ διευρύνουν τις οπτικές των διαφορετικών αθλητικών γεγονότων. Από τη διεύρυνση αυτών των οπτικών προκύπτουν πολλές φορές τα fake news ή ψευδείς/ψευδεπίγραφες/παραπλανητικές ειδήσεις.
Κατά την άποψή μου, αυτό το γεγονός εν μέρει μπορεί να απειλήσει την τύχη των σχολιαστικών εκπομπών στην τηλεόραση. Όταν διευρύνεται η αλληλεπίδραση μεταξύ των χρηστών για τα αθλητικά γεγονότα, μειώνονται οι λόγοι για τους οποίους θα παρακολουθήσει κάποιος μία σχολιαστική εκπομπή αθλητικού περιεχομένου στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο, από τη στιγμή που είναι πιο πλούσια, “ζωντανή”, πολυπρόσωπη, πολυεπίπεδη μία σχολιαστική εκπομπή στα Social Media και από τη στιγμή που αφιερώνει περισσότερο χρόνο».
Σύμφωνα με έρευνα, όπως ανέφερε ο Γιώργος Πλειός, μέσα σε ένα έτος μειώθηκε κατά 800.000 ο αριθμός των θεατών που βλέπουν ειδήσεις στην τηλεόραση. Μεταξύ αυτών και αθλητικών ειδήσεων. «Κυρίως, μιλάμε για ένα κοινό όλο και πιο περιορισμένο, το οποίο γίνεται όλο και περισσότερο καχύποπτο. Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της τηλεόρασης στην Ελλάδα φτάνει το 80%. Το 80% του κοινού δεν εμπιστεύεται την τηλεόραση, τη θεωρεί αναξιόπιστο Μέσο πληροφόρησης. Ένα 65% θεωρεί αναξιόπιστο το ραδιόφωνο. Ακόμη, λοιπόν κι αν ενημερώνεται το κοινό από εκεί, έχει ήδη μέσα του το μικρόβιο της αμφισβήτησης. Και είμαστε η πρώτη χώρα, τώρα προστέθηκε και η Σερβία που θεωρούμε πιο αξιόπιστο το διαδίκτυο για ειδήσεις από την τηλεόραση. Αυτό το Μέσο, για το οποίο υπάρχουν περισσότερες αμφιβολίες για την αξιοπιστία πολλών από τις ειδήσεις, αυτό το Μέσο που εμφανίζονται τα “fake news” θεωρούμε στην Ελλάδα πιο αξιόπιστο,» κατέληξε ο πρόεδρος του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), Γιώργος Πλειός.