Ο αθλητικός συντάκτης στη νέα ψηφιακή εποχή: παγκόσμιες προκλήσεις
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συνάδελφοι,
Πολλοί από εμάς θυμόμαστε τα παλιά γραφεία σύνταξης. Τηλέφωνα που χτυπούσαν ως αργά το βράδυ, κείμενα που επέστρεφαν γεμάτα κόκκινες γραμμές
και έναν αρχισυντάκτη που έκανε πάντα την ίδια ερώτηση: «Το διασταύρωσες;». Εκείνη η ερώτηση μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ. Τα εργαλεία μας
άλλαξαν ριζικά μέσα σε λίγα χρόνια. Η ευθύνη μας έμεινε ίδια, και ίσως μεγάλωσε. Θέλω να σταθώ σε ζητήματα που συχνά προσπερνάμε, γιατί μας αφορούν πολύ
προσωπικά.
Ας ξεκινήσουμε από μια αντίφαση που ζει ο αθλητικός συντάκτης κάθε μέρα. Η δουλειά του είναι να κρίνει. Να αξιολογεί προπονητές και διοικήσεις, μεταγραφές,
αποφάσεις διαιτητών, την πορεία μιας ομάδας μέσα σε μια σεζόν. Σε πολλές χώρες όμως, και στη δική μας ασφαλώς, τα μέσα όπου εργάζεται ανήκουν σε ανθρώπους
που είναι ταυτόχρονα ιδιοκτήτες ομάδων. Έτσι ο κριτής γίνεται και κρινόμενος. Τον κρίνει ο εργοδότης του, που περιμένει να δει τα συμφέροντα της ομάδας του
προστατευμένα. Τον κρίνει το κοινό, που θεωρεί πλέον δεδομένο ότι κάθε κείμενο έχει χρώμα. Τον κρίνουν οι οπαδοί των αντιπάλων, που τον βλέπουν ως εχθρό πριν καν διαβάσουν τι έγραψε. Πώς γράφει κανείς ελεύθερα για τον άνθρωπο που υπογράφει τη μισθοδοσία του; Πώς ασκεί κριτική στη διαιτησία όταν ξέρει ότι το
άρθρο του θα γίνει πυρομαχικό σε έναν πόλεμο ανακοινώσεων ανάμεσα σε ΠΑΕ; Το αποτέλεσμα είναι ότι ο ίδιος ο επαγγελματίας κονιορτοποιείται. Η υπογραφή
του χάνει την αξία της, γιατί ο αναγνώστης κοιτάζει πρώτα το λογότυπο του μέσου και μετά το επιχείρημα. Ο νέος συντάκτης μαθαίνει από τις πρώτες εβδομάδες
ποια θέματα δεν αγγίζει και ποια ονόματα δεν γράφει. Η αυτολογοκρισία γίνεται συνήθεια, και η συνήθεια γίνεται κανόνας που κανείς δεν χρειάζεται πια να
διατυπώσει. Όποιος αντισταθεί, ξέρει ότι η επόμενη θέση εργασίας θα βρίσκεται πιθανότατα σε μέσο του αντίπαλου στρατοπέδου. Το φαινόμενο δεν είναι ελληνική
ιδιαιτερότητα. Το συναντούμε όπου το ποδόσφαιρο, τα μέσα ενημέρωσης και η πολιτική επιρροή συγκεντρώνονται στα ίδια χέρια. Η απάντηση περνά από τη
διαφάνεια της ιδιοκτησίας, ώστε ο αναγνώστης να γνωρίζει ποιος κατέχει αυτό που διαβάζει, από τη δημόσια δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων σε κάθε σχετικό
θέμα, από εσωτερικούς κανονισμούς που προστατεύουν τη σύνταξη και από συνδικαλιστική στήριξη σε όποιον αρνείται να γράψει κατά παραγγελία. Η
ανεξαρτησία δεν χαρίζεται από τον ιδιοκτήτη. Κατακτάται από τη σύνταξη. Υπάρχει και μια άλλη μορφή πίεσης, πιο ήσυχη. Οι πόρτες κλείνουν. Παλιότερα ο
συντάκτης ταξίδευε με την αποστολή, έπινε καφέ με τον προπονητή, άκουγε τι λεγόταν στα αποδυτήρια. Σήμερα οι σύλλογοι έχουν δικά τους κανάλια, δικούς
τους παρουσιαστές, δικά τους συνεργεία. Δεν χρειάζονται πια τη μεσολάβησή μας για να φτάσουν στον φίλαθλο. Η συνέντευξη κλείνεται με ραντεβού, κρατά δέκα
λεπτά, και δίπλα κάθεται ένας υπεύθυνος επικοινωνίας που κόβει κάθε ερώτηση που ενοχλεί. Οι διαπιστεύσεις μοιράζονται σε «φιλικά» μέσα, και όποιος έγραψε
κάτι δυσάρεστο βρίσκει την επόμενη φορά το όνομά του εκτός λίστας. Το κοινό βλέπει όλο και περισσότερο περιεχόμενο και μαθαίνει όλο και λιγότερα. Βλέπει
τον αθλητή να χαμογελά στο επίσημο βίντεο. Δεν μαθαίνει τι συνέβη στον πάγκο, στις διαπραγματεύσεις ενός συμβολαίου, σε μια σύσκεψη πίσω από κλειστές
πόρτες. Η πρόσβαση ήταν πάντα το διαπιστευτήριό μας. Όταν τη χάνουμε, κινδυνεύουμε να γίνουμε σχολιαστές του δελτίου τύπου. Η απάντηση εδώ είναι
συλλογική. Ενώσεις αθλητικού τύπου που διαπραγματεύονται ισότιμους κανόνες πρόσβασης για όλους, και συντάκτες που αρνούνται να ανταλλάξουν την κριτική
τους με μια θέση στο πούλμαν της ομάδας.
Μια ακόμη πληγή είναι οι ψευδείς ειδήσεις. Στον αθλητισμό μια ανυπόστατη φήμη για μεταγραφή μοιάζει αθώα. Δεν είναι. Επηρεάζει τη χρηματιστηριακή αξία
εισηγμένων συλλόγων, πιέζει έναν αθλητή και την οικογένειά του, δηλητηριάζει τις σχέσεις μέσα σε μια ομάδα. Ψεύτικοι λογαριασμοί μιμούνται γνωστούς
δημοσιογράφους, κυκλοφορούν δηλώσεις που κανείς δεν έκανε, βίντεο αλλοιωμένα με τεχνητή νοημοσύνη περνούν για αληθινά. Ο συντάκτης που
αναπαράγει χωρίς έλεγχο, για να μη χάσει την πρωτιά, γίνεται κι αυτός κρίκος της αλυσίδας. Η πρωτιά κρατά δέκα λεπτά. Η χαμένη αξιοπιστία κρατά χρόνια. Ας το
πούμε απλά: είναι προτιμότερο να φτάσουμε δεύτεροι με την αλήθεια. Έρχομαι στα νέα μέσα. Πλατφόρμες βίντεο, ζωντανές μεταδόσεις από ένα κινητό,
ηχητικές εκπομπές, κανάλια συζήτησης με χιλιάδες μέλη. Σήμερα ο καθένας μπορεί να γίνει αθλητικός σχολιαστής με ένα μικρόφωνο. Αυτό έχει μια φωτεινή
πλευρά. Ο γυναικείος αθλητισμός, τα λιγότερο προβεβλημένα αθλήματα, οι παραολυμπιονίκες και οι μικρές τοπικές ομάδες βρίσκουν επιτέλους χώρο που τα
μεγάλα μέσα τους στερούσαν. Υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά. Οι αλγόριθμοι ανταμείβουν τον θυμό, την ύβρη, την οπαδική κραυγή. Το πιο θορυβώδες βίντεο
φτάνει πιο μακριά από το πιο τεκμηριωμένο ρεπορτάζ. Ο επαγγελματίας οφείλει να μάθει τη γλώσσα αυτών των μέσων χωρίς να υιοθετήσει τις χειρότερες
συνήθειές τους.
Αυτός ο θυμός έχει και αποδέκτη. Συχνά είμαστε εμείς. Μια ανάλυση που δεν άρεσε, μια κριτική σε δημοφιλή παίκτη, ακόμη και ένα λάθος σε μια βαθμολογία,
και μέσα σε λίγα λεπτά πέφτουν πάνω στον συντάκτη εκατοντάδες μηνύματα. Βρισιές, απειλές, φωτογραφίες του σπιτιού του, αναφορές στα παιδιά του. Σε μια
παγκόσμια έρευνα που έγινε το 2024 σε αθλητικούς συντάκτες, σχεδόν όλοι είπαν ότι η διαδικτυακή κακοποίηση είναι διαδεδομένη, τρεις στους τέσσερις ότι έγινε
σοβαρότερη μέσα σε μία μόνο χρονιά, και περισσότεροι από οκτώ στους δέκα παραδέχτηκαν ότι ο φόβος μπορεί να επηρεάσει ποια θέματα θα κυνηγήσουν.
Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό εύρημα. Η απειλή δεν μένει στην οθόνη. Μπαίνει στη σύνταξη και αποφασίζει τι θα γραφτεί. Τις βαρύτερες επιθέσεις τις δέχονται οι
συναδέλφισσές μας. Ο μισογυνισμός είναι η συχνότερη μορφή κακοποίησης, και πολλές γυναίκες έχουν αποσυρθεί εντελώς από τα κοινωνικά δίκτυα για να
προστατευτούν. Οι ανώνυμοι λογαριασμοί κάνουν τη βία εύκολη και ατιμώρητη. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίζουμε ως κομμάτι της δουλειάς. Τα μέσα οφείλουν
να στηρίζουν νομικά και ψυχολογικά τους ανθρώπους τους, οι πλατφόρμες να λογοδοτούν, και εμείς να μη χειροκροτούμε ποτέ τον όχλο όταν στοχεύει έναν
συνάδελφο, ακόμη κι αν διαφωνούμε μαζί του. Όλα αυτά καταλήγουν στο ζήτημα της ηθικής και της δεοντολογίας. Κώδικες υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν τους τηρούμε όταν κανείς δεν μας παρακολουθεί. Η ιδιωτική ζωή των αθλητών εκτίθεται χωρίς δεύτερη σκέψη, ακόμη και όταν πρόκειται για ψυχικές δυσκολίες ή για ανήλικους. Ρατσιστικά και σεξιστικά σχόλια περνούν ως «ατάκες». Κάθε φορά που ένας τίτλος μιλά για «πόλεμο» και «εχθρούς», κάποιος νεαρός οπαδός τον διαβάζει κυριολεκτικά. Η χώρα μας, όπως και πολλές άλλες, έχει θρηνήσει ανθρώπους εξαιτίας της οπαδικής βίας. Οι λέξεις μας έχουν βάρος.
Η πρόκληση είναι παγκόσμια. Συνάδελφοι σε χώρες με περιορισμένη ελευθερία του Τύπου καλύπτουν μεγάλες διοργανώσεις υπό παρακολούθηση. Κράτη και
επενδυτές χρησιμοποιούν τον αθλητισμό για να ξεπλύνουν τη διεθνή τους εικόνα, και περιμένουν από εμάς να μιλάμε μόνο για το γήπεδο. Η σιωπή μας σε αυτές τις
περιπτώσεις είναι κι αυτή μια επιλογή.
Δεν έχω έτοιμη συνταγή. Πιστεύω όμως ότι η απάντηση ξεκινά από την εκπαίδευση των νέων συντακτών στον έλεγχο των πηγών, συνεχίζει με την αλληλεγγύη ανάμεσα σε όσους αρνούνται να γίνουν φερέφωνα, και στηρίζεται τελικά στην προσωπική ακεραιότητα του καθενός μας. Ο αθλητισμός διδάσκει σεβασμό στους κανόνες, στον αντίπαλο και στο ίδιο το παιχνίδι. Θα ήταν παράδοξο όσοι τον περιγράφουμε να ξεχνάμε τα δικά του μαθήματα. Ας κρατήσουμε λοιπόν την ερώτηση του παλιού αρχισυντάκτη και ας προσθέσουμε μία ακόμη: «Ποιον θα πληγώσει αυτό που γράφω;».
Σας ευχαριστώ.