Ο Αντώνης Νάτσιος έκανε μια ιστορική αναδρομή του αθλήματος της πάλης

Ο Αντώνης Νάτσιος έκανε μια ιστορική αναδρομή του αθλήματος της πάλης

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Πάλη θεωρείται εκ των αρχαιοτάτων αγωνισμάτων της αρχαίας Ελληνικής Αγωνιστικής. Μάλιστα κάποιοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι είναι το αρχαιότερο άθλημα, συμπεραίνοντες αυτό, λόγω της ετυμολογίας της λέξεως. Αναφέρουν συγκεκριμένα: “Την πάλην αρχαιοτέραν αθλημάτων πάντων, ως και τούνομα μαρτυρεί”.

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η λέξη “Πάλη” παράγεται από το “παλαίειν“, το οποίο σημαίνει η “καταβολή του αντιπάλου δι’ απάτης και δόλου”. Κατά άλλη εκδοχή η “πάλη” παράγεται από της “παλαιστής”, δηλαδή από την παλάμη της χειρός, διότι δια του μέρους αυτού των χειρών, ενεργούν οι παλαίοντες. Ο Πλούταρχος ισχυρίζεται ότι η Πάλη, όπως αυτός την γνώρισε επί των ημερών του, ως το “τεχνικώτατον και πανουργότατον” των αθλημάτων, δεν μπορεί να είναι το αρχαιότερο. Αρχαιότερο των αθλημάτων, πάλι κατά τον Πλούταρχο, είναι η πρωτογενής, απλή και άτεχνος μορφή της Πάλης, η οποία εμφανίστηκε όταν η ανάγκη και η βία, προκάλεσαν την παρουσία της.

Σήμερα είναι γνωστό ότι η Πάλη, ήταν διαδεδομένη πολύ πριν από τα Ομηρικά Έπη. Αναρίθμητες Αιγυπτιακές παραστάσεις, δηλώνουν με σαφήνεια την παρουσία της. Στη Μινωική Κρήτη, μαζί με τα ταυροκαθάψια, το κυβίστημα και την πυγμαχία, δηλώνει την παρουσία της και η Πάλη. Από την Κρήτη διοχετεύτηκαν προς την Μυκηναϊκή Ελλάδα τα ίδια αθλήματα, μόνο που οι Μυκηναίοι πρόσθεσαν τον δρόμο και την αρματοδρομία.

Έντονη η παρουσία της Πάλης και στα Ομηρικά Έπη. Στην Ιλιάδα, στα “Επί Πατρόκλω άθλα”, τους αγώνες δηλαδή που διοργάνωσε ο Αχιλλέας, προς τιμής του νεκρού Πατρόκλου, στην Πάλη αγωνίστηκαν ο Οδυσσέας, ο βασιλιάς της Ιθάκης και ο μέγας Αίας ο Τελαμώνιος, ο μυθικός βασιλιάς της Σαλαμίνας. Ο αγώνας αυτός κατέληξε ισόπαλος, και ο Αχιλλέας προσέφερε και στους δύο αγωνιζόμενους ίσα έπαθλα. Στην Οδύσσεια, όταν ο Οδυσσέας έφτασε στη Σχερία, δηλαδή στο νησί των Φαιάκων, στη σημερινή μας Κέρκυρα, οι Φαίακες διοργάνωσαν αγώνες για να τιμήσουν τον άγνωστο αρχικά επισκέπτη τους, τον Οδυσσέα. Τα αγωνίσματα στα οποία διαγωνίστηκαν οι νεαροί Φαίακες, ήταν το τρέξιμο (το γλάκιο), το άλμα, η πυγμή, ο δίσκος και η Πάλη. Εφάρμοσαν δηλαδή οι νεαροί Φαίακες αθλητές, έναν τύπο αρχαίου πεντάθλου, με τη διαφορά ότι τη θέση του ακοντίου, κατείχε η πυγμή. Στην Πάλη, νικητής ανεδείχθη ο πανέμορφος Ευρύαλος, γιος του Ναύβολου.

Στην Ελληνική Μυθολογία, ο Ερμής αναφέρεται ως προστάτης των παλαιστρών, ο πονηρός θεός του δόλου και της έντεχνης απάτης, αναφέρεται επίσης ότι αυτός είναι ο ευρέτης της Πάλης και άριστος διδάσκαλος αυτής. Στα σπάργανα βρισκόμενος, προκάλεσε τον Έρωτα σε πάλη, αγωνιστικότατος θεός επίσης και ο Έρωτας, και τον κατενίκησε τάχιστα, χρησιμοποιώντας διάφορους υποσκελισμούς.

Ο Φιλόστρατος στον “Γυμναστικό”, αποδίδει την εύρεση της Πάλης στην Παλαίστρα, την θυγατέρα του Ερμή. Στο ίδιο έργο αναφέρει την εύρεση της Πάλης ως “πρόσφορον δια τον πόλεμον”. Φέρει ως παραδείγματα τους Αθηναίους στον Μαραθώνα και τους Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες, καθότι “θραυσθέντων αυτοίς των ξιφών και των δοράτων, πολλά και δια γυμνών των χειρών έπραξαν”.

Ο Αιλιανός αναφέρει τον Αρματίδη, γιο του Θησειέως, του οποίου αφού καταστράφηκαν τα όπλα, πολέμησε με τα χέρια και έπεσε στο πεδίο: “Καταναλωθέντων δε αυτού των όπλων, ψιλαίς ταις χερσί προς καθωπλισμένους αγωνιζόμενος, ευκλεώς τον βίον ετελεύτα”.

Ο Θεόκριτος αναφέρει Αρπάλυκον τον Φανοτέα, τον γιο του Ερμή, ως διδάξαντα την Πάλη στον Ηρακλή.

Ο Πλάτων αποδίδει την τεχνική συγκρότηση του αγωνίσματος εις τον Ανταίο ή τον Κερκύονα. Ο σχολιαστής του Πινδάρου, Ευστάθιος, θεωρεί ως ευρέτη της Πάλης, τον Φόρβαντα τον Αθηναίο, καθώς και τον Αθηναίο, διδάσκαλο του Θησέα.

Ο Παυσανίας αναφέρει τον Θησέα ως ευρέτη της παλαιστικής τέχνης. Ο Θησέας, οργάνωσε τεχνικά την Πάλη, έθεσε μεθόδους και κανόνες, καθιστώντας την Πάλη διδακτή. Πριν απ’ αυτόν, μόνο το μέγεθος και η ρώμη έκρινε τον αγώνα. Ο Κερκύων είχε νικήσει του πάντες πλην του Θησέα. “Θησεύς δε, κατεπάλαισεν αυτόν σοφία το πλέον…”. Γράφει ο Παυσανίας για τον Θησέα: “…παλαιστικήν γαρ τέχνην εύρε Θησεύς πρώτος, και πάλης κατέστη ύστερον απ’ εκείνου, διδασκαλία. Πρότερον δε, εχρώντο μεγέθει μόνον και ρώμη προς τας πάλας…”.

Ο Φιλόστρατος παρουσιάζει ως τεχνικόν παλαιστήν τον Ηρακλή.

Ο Αιλιανός αναφέρει ότι ο Ορίκδαμος συνέταξε τους παλαιστικούς κανονισμούς, επινοήσας μάλιστα ο ίδιος τον “Σικελόν τρόπον του παλαίειν“. Γράφει ο Αιλιανός: “Ορίκδαμος πάλης εγένετο νομοθέτης, καθ’ εαυτόν επινοήσας τον Σικελόν τρόπον καλούμενον.”.

Πολλοί ημίθεοι και ήρωες αναφέρονται ως καλοί παλαιστές. Ανάμεσά τους αναφέρεται και η Αταλάντη, η καταβαλούσα τον Πηλέα, κατά τους επί του Πελίου αγώνας, ενώ έχουν διασωθεί πλείστες απεικονίσεις της νίκης της επί αρχαίων αγγείων. Ο Ηρακλής κατέβαλε τον Ανταίο, ο οποίος αντλούσε τη δύναμή του, από την επαφή του με τη γη. Ο Ηρακλής το αντελήφθη, τον σήκωσε από τη γη, του αφαίρεσε τη δύναμη και τον νίκησε.

Εξ όλων των ευρετών και προστατών της Πάλης, ιδιαιτέρως ετιμώντο ο Ερμής, ο Ηρακλής και ο Θησέας, τα αγάλματα των οποίων είχαν στηθεί τιμητικώς εις πάντα τα Ελληνικά γυμνάσια. “Και τούτο διότι δεν ήσαν οι ευρέτες βαρβάρου και σκαιού αγωνίσματος, καθ’ ό, η κτηνώδης βία και η ρώμη η υπέρμετρος εκράτει πάντοτε, αλλά τουναντίον οι επινοητές τέχνης πολυμηχάνου και λογιστικής, δι’ ης πολλάκις η δεξιότης, η ευστροφία, το πολυμήχανον και η παρουσία του πνεύματος, εκράτουν της βίας και του όγκου του σωματικού.”.   

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, η Πάλη εντάχθηκε στο αγωνιστικό πρόγραμμα, κατά τη 18η Ολυμπιάδα το 708 π.Χ. μαζί με το πένταθλο. Η πάλη είχε παρουσία ως αγώνισμα του πεντάθλου (μαζί με τον δίσκο, το άλμα, το ακόντιο και το στάδιο), αλλά και ως αυτόνομο αγώνισμα. Με τον ίδιο τρόπο εμφανιζόταν η Πάλη και στους άλλους αθλητικούς αγώνες του ελλαδικού χώρου (Πύθια, Νέμεα, Ίσθμια, Παναθήναια και αλλού). Σήμερα γνωρίζουμε τους αθλητές που νίκησαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, κατά την πρώτη είσοδο στο αγωνιστικό πρόγραμμα, της Πάλης και του Πεντάθλου. Πρόκειται για δύο Σπαρτιάτες. Ο Λάμπις νίκησε στο Πένταθλο και ο Ευρύβατος στην Πάλη. 

Αγωνιστικά υπήρχε η ορθία και η κάτω Πάλη. Στην πρώτη περίπτωση, έπρεπε ο αθλητής να ρίξει τον αντίπαλο στο έδαφος, ενώ στη δεύτερη, έπρεπε ο αγώνας να συνεχισθεί μέχρι ο ένας αντίπαλος να καταβληθεί, να παραδεχθεί την ήττα του και να σηκώσει το χέρι του ψηλά.

Ο παλαιστής κατά το Φιλόστρατο, ήταν γυμνασμένος με ωραίο παράστημα, γεροδεμένος και μυώδης. Το άθλημα είχε διάφορους κανόνες και ονομασίες, ανάλογα με την τεχνική και την τοπική του προέλευση. Οι Λάκωνες νικούσαν με τη δύναμη, ενώ οι Σικελοί νικούσαν με την πονηριά και τα τεχνάσματα. Ο συνδυασμός της δύναμης και της τεχνικής, έκανε πολλούς αθλητές θαυμαστούς στα μάτια των θεατών και παραμένουν έως σήμερα, σπουδαίοι και αξιόλογοι στις αθλητικές σελίδες.

Αναφέρουμε θαυμαστούς παλαιστές:

Ο Ιπποσθένης ο Λάκων. Νίκησε στην 37η Ολυμπιάδα το 632 π.Χ., στην Πάλη παίδων, που πραγματοποιείτο για πρώτη φορά. Στη συνέχεια νίκησε την 39η, 40ή, 41η, 42η και 43η Ολυμπιάδα. Συνολικά κατέκτησε 6 νίκες. Ο γιος του, Ετοιμοκλής, νίκησε στην 44η Ολυμπιάδα του 604 π.Χ. στην Πάλη παίδων. Εν συνεχεία νίκησε 45η, 46η, 47η και 48η Ολυμπιάδα στην κατηγορία των ανδρών. Κατέκτησε δηλαδή ο Ετοιμοκλής 5 συνεχόμενες νίκες. Πατέρας και γιος κατέκτησαν συνολικά 11 νίκες.

Ο Μίλων ο Κροτωνιάτης. Νίκησε στην 60ή Ολυμπιάδα του 540 π.Χ. στην Πάλη παίδων. Εν συνεχεία νίκησε στην 62η, 63η, 64η, 65η και 66η Ολυμπιάδα, κατακτώντας εν συνόλω 6 Ολυμπιακές νίκες.

Ο Χαίρων από την Πελλήνη, κατέκτησε 4 διαδοχικές νίκες στην Πάλη, στην 106η, 107η, 108η και 109η Ολυμπιάδα.

Στο σημείο αυτό, ολοκληρώνοντας τη σύντομη αυτή ιστορική αναδρομή, θα πρέπει να αναφέρουμε το αγώνισμα του πεντάθλου, στο οποίο εμπεριείχετο η Πάλη. Η Πάλη και ο δίσκος θεωρούντο τα βαριά αγωνίσματα του πεντάθλου, ενώ το άλμα, το ακόντιο και ο δρόμος (το στάδιο), θεωρούντο τα ελαφρά. Ο δρόμος και η Πάλη διεξάγονταν και ως αυτόνομα αγωνίσματα, ενώ τα άλλα, μόνο ως αγωνίσματα του πεντάθλου. Η σειρά των αγωνισμάτων ήταν κατά πάσα πιθανότητα άλμα-δίσκος-δρόμος-ακόντιο-πάλη, έτσι ώστε να μην πραγματοποιούνται κοντά-κοντά  αθλήματα των άνω και των κάτω άκρων. Νικητής, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν αυτός που νικούσε σε τρία αγωνίσματα. Οι Όροι “τριάζειν”, “τριακτήρ” και “τριαγμός”, αφορά αυτό ακριβώς. Οι αθλητές φρόντιζαν να τελειοποιούνται σε τρία αγωνίσματα, για να μπορούν να διεκδικούν με αξιώσεις τον κότινο της νίκης. Η Πάλη προφανώς και καθόριζε σε σημαντικό βαθμό τον νικητή του πεντάθλου. Κατά συνέπεια ο Ολυμπιονίκης του Πεντάθλου, ήταν και άριστος παλαιστής.

Σημαντικός πενταθλητής αναφέρεται ο Φιλόμβροτος ο Σπαρτιάτης, ο οποίος νίκησε σε 3 συνεχόμενες Ολυμπιάδες κατά τα έτη 676, 672 και 668 π.Χ.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε και το δύσκολο αγώνισμα του Παγκρατίου, το οποίο συνδύαζε την πυγμαχία και την πάλη. Ο πρώτος διδάξας είναι ίσως ο Θησέας, που κατέβαλε με παγκράτιο τον Μινώταυρο, ή ο Ηρακλής και κατ’ άλλους ο Λεύκαρος ο Ακαρνάνας. Πρωτοεμφανίσθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 648 π.Χ. στην 33η Ολυμπιάδα, ως ανδρικό αγώνισμα και αργότερα ακολούθησε το παγκράτιο παίδων. Ήταν ένα πολύ δύσκολο αγώνισμα, στο οποίο νικητής αναδεικνυόταν αυτός που ανάγκαζε τον αντίπαλό του να σηκώσει το δάχτυλό του και να δείξει έτσι ότι “απαγορεύει”, δηλαδή παραδίνεται.

Αναφέρονται σημαντικοί αθλητές του παγκρατίου:

Ο Σώστρατος από τη Σικυώνα, ο ακροχερσίτης, ο οποίος λύγιζε τα άκρα των χεριών των αντιπάλων του, μέχρι αυτοί να παραδεχθούν την ήττα τους από τον αβάσταχτο πόνο που τους προκαλούσε. Νίκησε σε 3 συνεχόμενες Ολυμπιάδες κατά τα έτη 364, 360 και 356 π.Χ. Αναφέρεται και περιοδονίκης με νίκες στα Ίσθμια, στα Νέμεα και στα Πύθια. Σε νομίσματα της Σικυώνας, αποτυπώνεται η μορφή του.

Ο Αρραχίων ο Φιγαλεύς. Νίκησε στην Ολυμπία κατά τα έτη 572, 568 και 564 π.Χ. Στην τρίτη Ολυμπιακή νίκη το 564, ανακηρύχθηκε νικητής νεκρός.

Ο Δαμάγητος από τη Ρόδο, ο μεγάλος γιος του Διαγόρα, σημείωσε 2 συνεχόμενες Ολυμπιακές νίκες τα έτη 452 και 448 π.Χ.

Ο Δωριεύς από τη Ρόδο, ο μικρός γιος του Διαγόρα. Σημείωσε 3 συνεχόμενες νίκες στην Ολυμπία, τα έτη 432, 428 και 424 π.Χ.

Ο Αστυάναξ από τη Μίλητο, που κατέκτησε 3 συνεχόμενες Ολυμπιακές νίκες, τα έτη 376, 372 και 368 π.Χ.

 

Περισσότερα άρθρα